ΚΑΙΡΟΣ ΣΤΟ ΑΡΑΧΝΑΙΟ

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Ο ΓΙΟΥΚΟΣ

    Γιούκος=τακτοποιημένος καθ΄ύψος όγκος κλινοσκεπασμάτων.
   Ο γιούκος ήταν μια στήλη ,όπου τοποθετούνταν με τάξη και σειρά,διπλωμένα ανάλογα με την διάσταση της βάσης(συνήθως 0,60Χ1,20 μ,) οι φλοκάτες,τα παπλώματα,τα στρωσίδια,οι κουβέρτες,τα χοντρά ρούχα και πιο πάνω τα σεντόνια κ,λ,π,.
   Ο γιούκος είχε ύψος ανάλογα με τον πλούτο και την οικονομική κατάσταση της κάθε οικογένειας και καλυπτόταν αριστοτεχνικά με ένα σεντόνι.
   Πολλές φορές ο γιούκος είχε ως βάση ένα μεγάλο μπαούλο,μέσα στο οποίο ήσαν τα πιο μικρά ή καινούργια αντικείμενα(κεντήματα,σεντόνια,μαξιλαροθήκες,ασημικά κ,λ,π,).
   Ο γιούκος στους γάμους ήταν τα ''προικιά'' της νύφης και γινόταν αντικείμενο παρατήρησης ,σχολίων και '' ασημώματος'' (έβαζαν χρήματα).'' ΄Εχει μεγάλο γιούκο''=είναι πλούσια.
  ΄Οταν χρησιμοποιούνταν πράγματα από τον γιούκο,την επομένη το πρωϊ η νοικοκυρά τα τακτοποιούσε ,εκ νέου,στο γιούκο.
   Στο γιούκο,ανάμεσα στις κουβέρτες, οι νοικοκυρές έκρυβαν το οικογενειακό κομπόδεμα.
   Επίσης ο γιούκος ήταν προσφιλές παιχνίδι για τα μικρά παιδιά,αφού ανέβαιναν στην κορυφή του και πηδούσαν στο πάτωμα.-




Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΖΩΗ ΜΕ ΤΗΝ "ΜΑΤΙΑ" ΕΝΟΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ (1870-1834)

Μια σύντομη περιγραφή του βίου του ζωγράφου καθώς και το μεγάλο ηθικό δίδαγμα που προκύπτει από αυτόν..

Το κείμενο είναι του Γιώργου Σεφέρη. Έργο: «Δοκιμές», 1ος τόμος, σελ 237-238, Κεφάλαιο: ‘Ένας Έλληνας, ο Μακρυγιάννης’, εκδόσεις Ίκαρος, Ζ Έκδοση

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός φουστανελάς που είχε τη μανία να ζωγραφίζει. Τον έλεγαν Θεόφιλο.
Τα πινέλα του τα κουβαλούσε στο σελάχι του, εκεί που οι πρόγονοί του βάζαν τις πιστόλες και τα μαχαίρια τους.
Τριγύριζε στα χωριά της Μυτιλήνης, τριγύριζε στα χωριά του Πηλίου και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε ό,τι του παράγγελναν, για να βγάλει το ψωμί του.[…]
Ο κόσμος τον περιγελούσε.[…] Ο Θεόφιλος, ωστόσο, δεν έπαυε να ζωγραφίζει σε ό,τι έβρισκε. Είδα πίνακές του φτιαγμένους πάνω σε κάμποτο, πάνω σε πρόστυχο χαρτόνι. Τους θαύμαζαν κάτι νέοι που τους έλεγαν ανισόρροπους οι ακαδημαϊκοί.
Έτσι κυλούσε η ζωή του και πέθανε ο Θεόφιλος, δεν είναι πολλά χρόνια, και μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε με ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα.
Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό.»

Κάποια έργα του μεγάλου αυτού ζωγράφου παραθέτονται παρακάτω:
ΒΟΣΚΗ

ΛΙΟΜΑΖΩΜΑ

ΟΡΓΩΜΑ

ΘΕΡΟΣ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΡΤΟΥ (ΨΩΜΙΟΥ)

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΓΛΕΝΤΙ